
Την παραίτησή της υπέβαλε στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ η Διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών (Director National Intelligence – DNI), Τούλσι Γκάμπαρντ (Tulsi Gabbard) επικαλούμενη σοβαρά προβλήματα υγείας του συζύγου της, στον οποίο θέλει να συμπαρασταθεί και αφοσιωθεί αποκλειστικά.
Η παραίτησή της έρχεται δυόμιση μήνες μετά την παραίτηση για λόγους αρχής του διευθυντή του Κέντρου Αντιτρομοκρατίας της CIA, Τζο Κεντ στις 17 Μαρτίου 2026. Η παραίτησή του έμπειρου και ήρωα πρώην Πρασινοσκούφη και πράκτορα δράσης της CIA υποβλήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολεμική σύρραξη των ΗΠΑ με το Ιράν, δηλώνοντας δημόσια ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει αυτόν τον πόλεμο, και ότι η χώρα σύρεται σε πολεμικές περιπέτειες προς όφελος του Ισραήλ.
Μετά την παραίτηση του Κεντ, οι ψηφοφόροι της Γκάμπαρντ περίμεναν ότι θα τον ακολουθήσει άμεσα, καθώς ήταν εναντίον του πολέμου με το Ιράν, το οποίο δεν θεωρούσε απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2025, η Γκάπμπαρντ κατέθεσε ενώπιον του Κογκρέσου ότι το Ιράν δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα. Τον Ιούνιο του 2025, όταν οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράν, ευθυγραμμίστηκε με την γραμμή Τραμπ περί πυρηνικών όπλων του Ιράν. Στην δεύτερη επίθεση κατά του Ιράν, όπου ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν καταστραφεί τα πυρηνικά του Ιράν, η Γκάμπαρντ δεν υιοθέτησε την γραμμή του, και τον Μάρτιο του 2026 ισχυρίστηκε ότι αυτά είχαν καταστραφεί πλήρως, καταρρίπτοντας τους νέους ισχυρισμούς του Τραμπ.
Η Τούλσι Γκάμπαρντ εκφράζει το μεγάλο σώμα των πατριωτών Αμερικανών και του μεγαλύτερου τμήματος του κινήματος MAGA. Κατετάγη στην Εθνοφρουρά το 2003 και υπηρέτησε στο Ιράκ από το 2004 μέχρι το 2005, όπου της απονεμήθηκε το έμβλημα του μάχιμου υγειονομικού (Combat Medical Badge), επειδή υποστήριζε μονάδες μάχης στο πεδίο. Το 2007 αποφοίτησε από την σχολή αξιωματικών (OCS) στην στρατιωτική ακαδημία της Αλαμπάμα. Το 2008 αναπτύχθηκε στο Κουβέιτ ως αξιωματικός της Στρατιωτικής Αστυνομίας (Army Military Police). Το 2015 προήχθη σε ταγματάρχη της Εθνοφρουράς της Χαβάης. Το 2020 μετατέθηκε στην Εφεδρεία του Στρατού και το 2021 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

Ως βουλευτής συμμετείχε στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ και στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ. Υποστήριξε τη στρατιωτική εκστρατεία για την ήττα του ισλαμικού εξτρεμισμού, αλλά αντιτάχθηκε στην επέμβαση των ΗΠΑ στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας. Κατά τη διάρκεια της τέταρτης θητείας της, η Γκάμπαρντ υπηρέτησε επίσης στην Υποεπιτροπή Πληροφοριών της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής (HASC), η οποία επέβλεπε τις στρατιωτικές πληροφορίες και την αντιτρομοκρατία.
Η Γκάμπαρντ έχει υποστηρίξει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί πλήρως. Έχει δηλώσει ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν και το ΝΑΤΟ απέτυχαν να αναγνωρίσουν τις «νόμιμες ανησυχίες ασφαλείας» της Ρωσίας σχετικά με την πιθανή ένταξη της Ουκρανίας στη Συμμαχία. Κατά την ίδια, η επίμονη υποστήριξη της Δύσης στην ευρωατλαντική πορεία της Ουκρανίας λειτούργησε ως προβοκάτσια προς τη Μόσχα.
Έχει αμφισβητήσει ανοιχτά τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Ουκρανίας. Έχει κατηγορήσει την κυβέρνηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι για διαφθορά, λογοκρισία στα μέσα ενημέρωσης, κλείσιμο εκκλησιών και κατάργηση των εκλογών. Έχει δηλώσει μάλιστα ότι προτεραιότητα του Ζελένσκι δεν είναι η ειρήνη, αλλά μια ανέφικτη «νίκη» με κάθε κόστος
Από την έναρξη της εισβολής το 2022, η Γκάμπαρντ υποστηρίζει ότι η μόνη λύση είναι η άμεση διπλωματική διευθέτηση με την ανακήρυξη της Ουκρανίας σε μια πλήρως ουδέτερη χώρα (στα πρότυπα της «φινλανδοποίησης»), χωρίς στρατιωτικές συμμαχίες με το ΝΑΤΟ ή τη Ρωσία
Το 2022 μίλησε περί ύπαρξης επικίνδυνων, χρηματοδοτούμενων από τις ΗΠΑ βιολογικών εργαστηρίων στην Ουκρανία.
Ως Διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών, απέρριψε ως «προπαγάνδα των πολεμοχαρών» τις αναφορές των ΜΜΕ ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν στοχεύει να καταλάβει ολόκληρη την Ουκρανία ή να επεκταθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία επιδιώκει να αποφύγει μια ευρύτερη σύγκρουση με το ΝΑΤΟ.

Αυτές οι θέσεις ήταν σε πλήρη αρμονία με τις προεκλογικές θέσεις του Τραμπ, ο οποίος την θεώρησε ως την πλέον κατάλληλη και έμπιστη για την ευαίσθητη θέση του DNI. Ο Διευθυντής Εθνικών Πληροφοριών συντονίζει όλες τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που συγκεντρώνουν. Αν όμως ο Τραμπ δεν έχει αλλάξει θέσεις για την Ουκρανία και την Ρωσία, έχει ωστόσο εκτελέσει μία τεράστια κυβίστηση όσον αφορά την διεξαγωγή «αιώνιων πολέμων» και μάλιστα στην Μέση Ανατολή.
Η παραίτηση της Γκάμπαρντ έχει και μία άλλη πτυχή. Η υπόθεση της δημοσιοποίησης των απορρήτων εγγράφων για τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι (JFK), καθώς και του αδελφού του Ρόμπερτ Κένεντι (RFK), αποτέλεσε μία από τις πιο πολυσυζητημένες και επεισοδιακές πρωτοβουλίες της Τάλσι Γκάμπαρντ κατά τη διάρκεια της θητείας της ως Διευθύντριας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (DNI).
Η Γκάμπαρντ ανέλαβε να εκτελέσει την εντολή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για «απόλυτη διαφάνεια», προχωρώντας σε πρωτοφανείς και ριζοσπαστικές κινήσεις που προκάλεσαν τεράστια ένταση στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Όπως αποκάλυψε το πρακτορείο Reuters, στις αρχές Απριλίου του 2025, μια ειδική ομάδα αξιωματούχων που ενεργούσε κατ’ εντολή της Γκάμπαρντ εμφανίστηκε απροειδοποίητα σε μυστική εγκατάσταση αρχείων της CIA στην περιοχή της Ουάσιγκτον. Η αποστολή της ομάδας ήταν να αποσπάσουν βίαια από τον έλεγχο της CIA τους εναπομείναντες απόρρητους φακέλους για τις δολοφονίες των Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Η κίνηση έπιασε τη CIA εντελώς απροετοίμαστη, οδηγώντας στην πιο συγκρουσιακή στιγμή στις σχέσεις της Γκάμπαρντ με την υπηρεσία. Η ομάδα της DNI παρέμεινε στην αποθήκη μέχρι τις 2 π.μ., έως ότου κατάφερε να μεταφέρει έναν «τεράστιο θησαυρό» εγγράφων στα Εθνικά Αρχεία (NARA) για αποχαρακτηρισμό.
Στις 19 Μαρτίου 2025, τα Εθνικά Αρχεία, σε συνεργασία με την Γκάμπαρντ, προχώρησαν στον αποχαρακτηρισμό περίπου 63.000 σελίδων που αφορούσαν τη δολοφονία του JFK. Η Γκάμπαρντ δήλωσε ότι η κίνηση αυτή εγκαινιάζει μια «νέα εποχή μέγιστης διαφάνειας». Λίγες μέρες αργότερα, τον Απρίλιο του 2025, η Γκάμπαρντ ανακοίνωσε προσωπικά από τα Εθνικά Αρχεία τη δημοσιοποίηση πάνω από 10.000 σελίδων που αφορούσαν τη δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντι (1968), οι οποίες μέχρι τότε δεν είχαν καν ψηφιοποιηθεί.
Η Γκάμπαρντ προκάλεσε αίσθηση όταν παραδέχτηκε δημόσια τον Ιούνιο του 2025 ότι η ομάδα της τροφοδότησε τους απόρρητους φακέλους του JFK σε ένα πρόγραμμα Τεχνητής Νοημοσύνης. Το AI χρησιμοποιήθηκε για να σαρώσει γρήγορα τον τεράστιο όγκο δεδομένων και να προτείνει αν υπήρχαν συγκεκριμένες πληροφορίες (π.χ. ονόματα πηγών εν ζωή) που έπρεπε να παραμείνουν απόρρητες, γλιτώνοντας χιλιάδες ώρες ανθρώπινης εργασίας.
Στα μέσα Μαΐου του 2026, λίγο πριν την παραίτηση της Γκάμπαρντ από τη θέση της DNI, κυκλοφόρησαν έντονες φήμες που υποστήριζαν ότι η CIA έκανε «έφοδο» στο γραφείο της Γκάμπαρντ και κατάσχεσε κρυμμένους φακέλους για τον JFK και το διαβόητο πρόγραμμα MKUltra (πρόγραμμα ελέγχου του ανθρώπινου εγκεφάλου με διάφορες μεθόδους). Ωστόσο, οι επίσημες αρχές και το γραφείο της DNI διέψευσαν κατηγορηματικά αυτές τις αναφορές, χαρακτηρίζοντάς τις ανυπόστατες.
Συμπερασματικά, η Γκάμπαρντ βρέθηκε απέναντι στον Τραμπ σε δύο υψίστης σημασίας θέματα: τον πόλεμο στο Ιράν προς όφελος του Ισραήλ, και την αποκάλυψη της αλήθειας για την δολοφονία του Τζων Κένεντι και του αδελφού του Μπόμπι. Νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι και στην δεύτερη υπόθεση (του Κένεντι) εμπλέκεται ο ισραηλινός παράγων, καθώς λίγο πριν την δολοφονία του, ο Πρόεδρος Κένεντι είχε ζητήσει έλεγχο για να διαπιστωθεί αν το Ισραήλ διαθέτει πυρηνικά όπλα.

Ο Κένεντι άρχισε να πιέζει έντονα το Ισραήλ για το πυρηνικό του πρόγραμμα ήδη από το 1961, αλλά η κορύφωση της σύγκρουσης και το τελεσίγραφο για τη διενέργεια τακτικών ερευνών/επιθεωρήσεων στάλθηκε την περίοδο Μαΐου – Ιουλίου του 1963.
Άνοιξη 1961 (Η πρώτη πίεση): Ο Κένεντι συναντήθηκε με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Δαβίδ Μπεν Γκουριόν στη Νέα Υόρκη, απαιτώντας να μάθει τον σκοπό του μυστικού πυρηνικού αντιδραστήρα στη Ντιμόνα (Dimona) στην έρημο Νεγκέβ. Το Ισραήλ ισχυρίστηκε τότε ότι ο αντιδραστήρας προοριζόταν αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς.
Μάιος 1963 (Η απαίτηση για ελέγχους): Ο Κένεντι, ανησυχώντας για τη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ζήτησε επίσημα τη διενέργεια εξαμηνιαίων επιθεωρήσεων στη Ντιμόνα από Αμερικανούς επιστήμονες. Στις 18 Μαΐου 1963, έστειλε σχετική επιστολή στον Μπεν Γκουριόν.
15 Ιουνίου 1963 (Το πρώτο τελεσίγραφο): Ο Κένεντι απέστειλε μια εξαιρετικά σκληρή επιστολή, απαιτώντας άμεση πρόσβαση στη Ντιμόνα. Ωστόσο, ο Μπεν Γκουριόν παραιτήθηκε αιφνιδιαστικά την επόμενη ημέρα (16 Ιουνίου), και η επιστολή δεν παραδόθηκε.
4 Ιουλίου 1963 (Το επίσημο τελεσίγραφο): Ο Κένεντι έστειλε την ίδια ακριβώς επιστολή στον νέο πρωθυπουργό του Ισραήλ, Λέβι Εσκόλ.

Στην επιστολή του Ιουλίου 1963, ο Κένεντι χρησιμοποίησε μια πρωτοφανή για τα διπλωματικά χρονικά γλώσσα, τονίζοντας ότι η αμερικανική δέσμευση και υποστήριξη προς το Ισραήλ θα μπορούσε να «τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο» (could be seriously jeopardized) εάν οι ΗΠΑ δεν αποκτούσαν αξιόπιστες πληροφορίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Απαιτούσε πλήρη πρόσβαση σε όλες τις εγκαταστάσεις χωρίς περιορισμούς.

Ο πρωθυπουργός Λέβι Εσκόλ, υπό την απειλή της διακοπής των σχέσεων με την Ουάσιγκτον, αναγκάστηκε να υποχωρήσει εν μέρει και δέχτηκε να ξεκινήσουν οι επισκέψεις των Αμερικανών επιθεωρητών.
Ωστόσο, ιστορικά έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν αργότερα έδειξαν ότι το Ισραήλ κατάφερε να παραπλανήσει τους Αμερικανούς επιστήμονες κατά τις επισκέψεις τους, κρύβοντας τα υπόγεια εργαστήρια διαχωρισμού πλουτωνίου, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να μην ανακαλύψουν εγκαίρως ότι το Ισραήλ κατασκεύαζε πυρηνική βόμβα. Λίγους μήνες μετά το τελεσίγραφο, τον Νοέμβριο του 1963, ο Κένεντι δολοφονήθηκε…

